Monday, May 14, 2007

ΙΒΑΝ ΓΚΟΛ και πάλι





ΙΒΑΝ ΓΚΟΛ
1891-1950


Μαλαισιανά τραγούδια
XVII

Είμαι το ρυάκι σου
που μέθυσε με δυόσμο

Σκύψε πάνω μου
για να σου μοιάσω

Κολύμπησε μέσα μου
να νιώσεις πως τρέμω

Φάε τα ψάρια μου
να μ’ αφανίσεις

Πιες με
να με στερέψεις

Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς


XX

Στο φιλί σου πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο
νιώθω τη λύσσα σου να ξαναμπείς στη γη
να γυρίσεις πίσω στο χάος σου

Λιώνεις
χάνεσαι
σύννεφο πέφτεις
ποτάμι τρέχεις στη θάλασσά σου

Κι σάρκα μου σε δέχεται σαν ένα μνήμα


XXV

Σκεπάστηκα με εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
για να με μυρίσεις
εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
για να με αφανίσεις
εφτά φορές

μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς


Η νεαρά λέγεται Σβετλάνα Κορκίνα και είναι αθλήτρια της ενόργανης

Sunday, May 13, 2007

ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ












Αφού εμμέσως συμφωνεί και ο κ. Κεντρωτής, το στέλνω



ΣΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ Δ. ΚΕΝΤΡΩΤΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑ ΤΟΝ ΚΡΑΤΥΛΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

Τα όνειρα του βίου μου περάτωνα
Και έθετα τις βάσεις και τον στύλο
Και ξάφνου ανακάλυψα τον Πλάτωνα
Και μέθυσα διαβάζοντας Κρατύλο

Στο τέλος έτσι πάντοτε τα σκάτωνα
Μου το ’λεγε κι η θεια μου η Κοντύλω
Θα είσαι πάντα με τους αποκάτωνα
Που σ’ έκανε ο Θεός φευγάτο κι ερωτύλο

Κι εγώ τις λέξεις και τις φράσεις μου αιμάτωνα
Και έρρεαν φωνήεντα και τόνοι
- Αγαπητέ μου Πλάτωνα
- Αγαπητέ Αντώνη;
Τον νου μου και τη σκέψη αναστάτωνα
Καιρός είπες να πέσουνε οι τόνοι

Κι όπως την ένταση του βίου μου ελάττωνα
Και έλεγα να πέσω στη ραστώνη
Φάτονα ρε, σ’ ακούω, φάτονα
Που θέλει να κουνήσει και σεντόνι
Τον βάζελο. Άλα τις Πλάτωνα!
Και γαύρος και μόρτης και γατόνι;

Κι όσο περνούσε ο καιρός και όλο πάτωνα
Στο διάολο είπα όλα να τα στείλω
Να μην ξαναδιαβάσω Πλάτωνα
Να μην ακούσω πάλι για Κρατύλο
Γιατί θα είμαι πάντα με τους αποκάτωνα
Άτιμη ζωή παλιοξεφτίλω
(Δεν άκουγα τη θεια μου την Κοντύλω;)

Αχ… αν είχαν πέραση οι ρίμες, τα σονέτα
Θ’ αγόραζα μια μέρα μαιζονέτα


Από Αντώνη Παπαΐωάννου
Η κυρία ονομάζεται Lola Ponce και κάθεται
Ακαδημία Πλάτωνος

Анна Ахматова




М.А.Горенко


Весенним солнцем это утро пьяно,

И на террасе запах роз слышней,

А небо ярче синего фаянса.

Тетрадь в обложке мягкого сафьяна;

Читаю в ней элегии и стансы,

Написанные бабушке моей.


Дорогу вижу до ворот, и тумбы

Белеют четко в изумрудном дерне.

О, сердце любит радостно и слепо!

И радуют пестреющие клумбы,

И резкий крик вороны в небе черной,

И в глубине аллеи арка склепа.


2 ноября 1910, Киев



Μ. Α. Γκορένκο

Από τον Ανοιξιάτικο ήλιο μέθυσε το πρωί

Το άρωμα των ρόδων ποντίζει τη γη

Ο ουρανός πιο φωτεινός κι από το πιο λαμπρό μπλε

Στο σημειωματάριο με το μαλακό εξώφυλλο

διαβάζω ελεγείες και στίχους

που έχω γράψει στη γιαγιά μου


Βλέπω τον δρόμο και την άσπρη πέτρα

που μεταμορφώνεται σε σμαραγδένια τύρφη.

Οι αγάπες στην καρδιά χτυπόυν δυνατά.

Τα πολύχρωμα λουλουδένια κρεββάτια στρώνονται στη γη

Η κραυγή του ναύρου κόρακα σκίζει τον ουρανό.

Στο βάθος του δρόμου η αψίδα του τάφου


2 Νοεμβρίου 1910, Κίεβο.


Μετάφραση Αντώνη Παπαϊωάννου
Στη φωτογραφία η Αntonia Liskova. Δε νομίζω να περιμένατε να βάλω την Αχμάτοβα

Friday, May 11, 2007

UMBERTO SABA






Teatro degli Artigianelli

Falce martello e la stella d'Italia
ornano nuovi la sala. Ma quanto
dolore per quel segno su quel muro!

Esce, sorretto dalle grucce, il Prologo.
Saluta al pugno; dice sue parole
perché le donne ridano e i fanciulli
che affollano la povera platea.
Dice, timido ancora, dell'idea
che gli animi affratella; chiude: "E adesso
faccio come i tedeschi: mi ritiro".
Tra un atto e l'altro, alla Cantina, in giro
rosseggia parco ai bicchieri l'amico
dell'uomo, cui rimargina ferite,
gli chiude solchi dolorosi; alcuno
venuto qui da spaventosi esigli,
si scalda a lui come chi ha freddo al sole.

Questo è il Teatro degli Artigianelli,
quale lo vide il poeta nel mille
novecentoquarantaquattro, un giorno
di Settembre, che a tratti
rombava ancora il canone, e Firenze
taceva, assorta nelle sue rovine.
Η κυρία είναι Ιταλίδα Ατρίτσε και μις Ιτάλια 2003
και λέγεται Anna Kanakis ( Μάλλον δικιά μας είναι)

NATALIA ESTRADA Αφιερωμένη εξαιρετικά στον Βικέντιο Καρμπονάρο και τον Κριστιάνο Βιθέντε


Thursday, May 10, 2007

ΜΑΙΤΡ ΜΠΕΚΡΗΣ

ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ


ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζίκ
άποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν' σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ' τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου-
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .



Στάδιον δόξης


Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα...

Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

... Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι - σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ' αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ' ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι...



Κι ένα του φίλου της iren Αντώνη Παπαϊωάννου:

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΚΑΡΙΜΠΑ

Του λόγου σου τα όπαλα
Του νου σου οι Ερινύες
Σα θυμωμένα ρόπαλα
Χυμούν απ’ τις γωνίες

Να ‘χα της σόλας το πατί
Που όλα του κόσμου τα πατεί
Κι ένα ουράνιο δέος
Και να ‘μουν Χαλκιδαίος

R
Κι μόλα να μοιάζουνε σαν όπως
Να ‘χει μεθύσει αυτός ο τόπος

Τα λόγια σου θείο τραγί
Πηδούν σα να ‘χουν εκραγεί
Μες του Ευρίπου το άγιο μπλουμ
Και μια κερά ναι Ουλαλούμ

Να ‘ταν φεγγάρι να ‘ρχονταν
Γενάρη για Φεμπράγιο
Και να μας δέσει άρχοντα
Στης τρέλας το μουράγιο

Το τελευταίο τετράστιχο οφείλεται στον Γιώργο Κεντρωτή