Γαμείν ο μέλλων εις μετάνοιαν έρχεται
Ζευχθείς δε γάμοισι ουκέτ' έστ' ελεύθερος
Ήθος προκρίνειν χρημάτων γαμούντα
Ο μη γαμών άνθρωπος ουκ έχει κακά
Ράον βίον ζης ήν γυναίκα μη τρέφης
Ωτρισκακοδαίμων όστις πένης γαμεί
Άξεις αλύπως τον βίον χωρίς γάμου
Γυναιξί πάσαις κόσμον η σιγή φέρει
Γυνή το σύνολον εστί δαπανηρόν φύσει
Γυνή γαρ ουδέν οιδε, πλην ό βούλεται
Γυνή γυναικός πώποτ' ουδέν διαφέρει
Γάμει δε μη την προίκα,την γυναίκα δε
Γυναίκα θάπτειν, κρείσσον εστίν ή γαμείν
Μη λοιδόρει γυναίκα, μηδέ νουθέτει
Τρισάθλιος γυναικί πιστεύων ανήρ
Πολλοί γυναικών δυστυχούσιν ένεκα
Ως εστ' άπιστον η γυναικεία φύσις
(Το τελευταίο το έλεγε κι ο Χατζηχρήστος στο "Της κακομοίρας" ως εξής: Το φιλισόφησα, πάσα γυνή άπιστος)
Tuesday, May 8, 2007
ANTOINE POL KAI GEORGES BRASSENS
Aux baisers qu’on n’osa pas prendre
Les PassantesΠοίημα του Antoine Pol (1888-1971)
Το ποίημα μελοποίησε και τραγούδησε ο Georges Brassens (1921-1981).
Ακούστε τον στο: http://filboid-studge.blogspot.com/
Je veux dédier ce poème
A toutes les femmes qu'on aime
Pendant quelques instants secrets
A celles qu'on connait à peine
Qu'un destin différent entraîne
Et qu'on ne retrouve jamais
A celle qu'on voit apparaître
Une seconde à sa fenêtre
Et qui, preste, s'évanouit
Mais dont la svelte silhouette
Est si gracieuse et fluette
Qu'on en demeure épanoui
A la compagne de voyage
Dont les yeux, charmant paysage
Font paraître court le chemin
Qu'on est seul, peut-être, à comprendre
Et qu'on laisse pourtant descendre
Sans avoir effleuré la main
A celles qui sont déjà prises
Et qui, vivant des heures grises
Près d'un être trop différent
Vous ont, inutile folie,
Laissé voir la mélancolie
D'un avenir désespérant
Chères images aperçues
Espérances d'un jour déçues
Vous serez dans l'oubli demain
Pour peu que le bonheur survienne
Il est rare qu'on se souvienne
Des épisodes du chemin
Mais si l'on a manqué sa vie
On songe avec un peu d'envie
A tous ces bonheurs entrevus
Aux baisers qu'on n'osa pas prendre
Aux cœurs qui doivent vous attendre
Aux yeux qu'on n'a jamais revus
Alors, aux soirs de lassitude
Tout en peuplant sa solitude
Des fantômes du souvenir
On pleure les lèvres absentes
De toutes ces belles passantes
Que l'on n'a pas su retenir
Monday, May 7, 2007
ΝΙΚΟΣ ΒΕΛΜΟΣ (Από το περιοδικό Φραγγέλιο)
«Κι έχετε μούτρα να διαμαρτυρόσαστε για το αν ήταν ή όχι μπεκρής ο Σολωμός. Καθάρματα, γιατί δεν διαμαρτυρόσαστε για τους άδικους νόμους που γίνονται αφορμή να το ρίχνουν στο πιοτό οι Σολωμοί και να πεθαίνουν; Καθάρματα, νά μέσα στα μάτια σας ψοφάει από τη δυστυχία ένας μεγάλος Θωμάς Οικονόμου, ένας Παπαδιαμάντης, ένας Κρυστάλλης, ένας Μαρτζώκης… και ποιον μωρέ να πρωτοπούμε και να πρωταφήσουμε… και πόσοι νέοι Σολωμοί απ’ τη δυστυχία δε θάχουνε χαθεί μέσα σ’ άλλα επαγγέλματα και δεν τους ξέρουμε; Ναι κακούργοι, πέθανε απ’ το ούζο, απ’ το μπεκριλίκι ο Σολωμός μας και ξέρετε; Τον πεθάνατε οι όμοιοί σας!»
ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ 1905 - 1932
------------
«Σιγά-σιγά. μη βιάζεσαι ζωή. Φρόνιμα τώρα.
Τα θέλγητρά σου σπάταλα κι αν σκόρπιζες μπροστά μου,
εγώ σου ακριβοπλήρωσα τ' απατηλά σου δώρα,
μ' όλους, θαρρώ τους πόθους μου και μ' όλα τα όνειρά μου.
Το βλέπω πια. υστερόβουλη, ζωή, μου εφάνεις. Τώρα
στάλα τη στάλα ράθυμα θα πιω το νέο ποτήρι.
κι αν είναι αργά και θάνατός μου γίνει απά στην ώρα
Θα μ' εύρει σαν τον άτρομο, καλό καραβοκύρη
----------------
Ν' αποξεχνιέμαι
κι ώρες να σε κυττάζω εκστατικός.
σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
να πνέω και να διαλυέμαι
Να μη ταράσσει
καθώς θα μπαίνω στο είναι σου ελαφρός
την αίσθησή μου, ουδ' όσο φύλλων θρος
τα ησυχασμένα δάση
Ώ έσφιξαν τώρα
οι μέρες. Οι ώρες στένεψαν πολύ.
Η ωραία στιγμή περίτρομο πουλί
που καρτερεί τη μπόρα.
Μαζί να πλέμε
κι εγώ να σε κυττάζω εκστατικός.
σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
να πνέω και να διαλυέμαι
--------------
Τα ξωτικά μου πήρανε το νου
κι εκεί που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη
απ' τα ριζά του απόγκρεμου βουνού,
σε τούτο εδώ με ρίξανε ακρογιάλι,
π' έχει μπροστά του πέλαο, βράχο πίσω
να μην μπορώ κοντά σας να γυρίσω.
Βοήθεια εγώ καμιά δεν καρτερώ
γιατί πηχτό σκοτάδι μας χωρίζει.
Σα μέσα σ' άλλον έπεσα καιρό
και μια κατάρα ασήλωτη Μ' ορίζει
σε σας μηνώ καθένας να το ξέρει
με τούτο εδώ το μαύρο περιστέρι:
Είναι πολλά στο βίο τα ξαφνικά
κι απ' την οργή της μοίρας φυλαχθείτε,
να μην σας βρουν και σας τα ξωτικά
και κάποιο βράδυ απάντεχα βρεθείτε
στα στοιχειωμένα μέρη στ' ακρογιάλι,
εδώ που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη
«Σιγά-σιγά. μη βιάζεσαι ζωή. Φρόνιμα τώρα.
Τα θέλγητρά σου σπάταλα κι αν σκόρπιζες μπροστά μου,
εγώ σου ακριβοπλήρωσα τ' απατηλά σου δώρα,
μ' όλους, θαρρώ τους πόθους μου και μ' όλα τα όνειρά μου.
Το βλέπω πια. υστερόβουλη, ζωή, μου εφάνεις. Τώρα
στάλα τη στάλα ράθυμα θα πιω το νέο ποτήρι.
κι αν είναι αργά και θάνατός μου γίνει απά στην ώρα
Θα μ' εύρει σαν τον άτρομο, καλό καραβοκύρη
----------------
Ν' αποξεχνιέμαι
κι ώρες να σε κυττάζω εκστατικός.
σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
να πνέω και να διαλυέμαι
Να μη ταράσσει
καθώς θα μπαίνω στο είναι σου ελαφρός
την αίσθησή μου, ουδ' όσο φύλλων θρος
τα ησυχασμένα δάση
Ώ έσφιξαν τώρα
οι μέρες. Οι ώρες στένεψαν πολύ.
Η ωραία στιγμή περίτρομο πουλί
που καρτερεί τη μπόρα.
Μαζί να πλέμε
κι εγώ να σε κυττάζω εκστατικός.
σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
να πνέω και να διαλυέμαι
--------------
Τα ξωτικά μου πήρανε το νου
κι εκεί που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη
απ' τα ριζά του απόγκρεμου βουνού,
σε τούτο εδώ με ρίξανε ακρογιάλι,
π' έχει μπροστά του πέλαο, βράχο πίσω
να μην μπορώ κοντά σας να γυρίσω.
Βοήθεια εγώ καμιά δεν καρτερώ
γιατί πηχτό σκοτάδι μας χωρίζει.
Σα μέσα σ' άλλον έπεσα καιρό
και μια κατάρα ασήλωτη Μ' ορίζει
σε σας μηνώ καθένας να το ξέρει
με τούτο εδώ το μαύρο περιστέρι:
Είναι πολλά στο βίο τα ξαφνικά
κι απ' την οργή της μοίρας φυλαχθείτε,
να μην σας βρουν και σας τα ξωτικά
και κάποιο βράδυ απάντεχα βρεθείτε
στα στοιχειωμένα μέρη στ' ακρογιάλι,
εδώ που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη
ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ (ΙΩΑΝΝΗΣ Β. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ) 1888 - 1942
ΤΡΑΓΙΚΗ ΝΥΧΤΑ
Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα
θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους
και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε
μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.
Οι Αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε
τις σκήτες τους στ' αφρόλουστα ακρογιάλια,
των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε,
μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια.
Απόψε η Νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας
και Χάροντας απάνου από την κλίνη...
-Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο,
θα' ρθούν να σαβανώσουν τη Σελήνη...
ΣΤΟΝ ΑΔΗ
-1- Μια μέρα θα μισέψουμε στα σκότη
κι αν δεν το ήπιαμε όλο το ποτήρι.
Κι αν δεν εμείναμε σε θεία αγνότη,
το κορμί μας στον τάφο θ' απογείρει.
-2- Στερνή αγάπη θε να μοιάζει πρώτη:
τόση λαχτάρα μες στο πανηγύρι
της Ζωής μας ανάρπαζε κι η Νιότη
μας φούντωνε του αίματος την πύρη.
-3- Οι κοπέλλες μονάχα θα εικονίζουν
κάθε χαρά που πέρασε και πάει
και θα στέκουν εμπρός μας σε παράτα.
Κι ούτε κι ο νους θα ξέρει όταν θα σχίζουν,
σαν άγγελοι των ουρανών τα χάη,
ποιά πιο πολύ μας χρύσωνε τα νειάτα.
ΥΠΕΡΑΝΩ
-1- Κι αν δοθήκαμε ολάκεροι στη Νειότη,
κι αν άφραστα αγαπήσαμε ότι ζει,
κι αν οι στερνοί δεν είμαστε, ούτ' οι πρώτοι
ένθε η ορμή μας ξεπετάει εκεί
-2- επάνω απ' της Αβύσσου τ' άγρια σκότη
και πέρα από του πλήθους τη βοή:
δρόμο να μη χαράξουμε προδότη,
στο χώμα αχνάρι μας να μη σταθεί.
-3- Κι αν η πίστη στη χίμαιρα άλλης πλάσης
δεν γλυκάνει την πίκρα στην ψυχή,
Ανυπαρξία, κι αν δε μας ξεγελάσεις,
οι κοσμικοί κι οι απόκοσμοι μαζί
να πούμε πως εζήσαμε σε αμάχη,
μέσα μα και σαν έξω απ' τη Ζωή!...
ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΝΑ ΓΙΝΩ...
Ένα πουλί που λάλησε
στον άνεμο της νιότης,
στ' ολάνθιστο απαλό κλαδί
κάποιας αγάπης πρώτης,
και το τραγούδι του άλλαξε
σε πικρό ξάφνου θρήνο.
Δεν ήτανε να γίνω
ότι έχω ονειρευτεί...
Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα
θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους
και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε
μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.
Οι Αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε
τις σκήτες τους στ' αφρόλουστα ακρογιάλια,
των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε,
μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια.
Απόψε η Νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας
και Χάροντας απάνου από την κλίνη...
-Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο,
θα' ρθούν να σαβανώσουν τη Σελήνη...
ΣΤΟΝ ΑΔΗ
-1- Μια μέρα θα μισέψουμε στα σκότη
κι αν δεν το ήπιαμε όλο το ποτήρι.
Κι αν δεν εμείναμε σε θεία αγνότη,
το κορμί μας στον τάφο θ' απογείρει.
-2- Στερνή αγάπη θε να μοιάζει πρώτη:
τόση λαχτάρα μες στο πανηγύρι
της Ζωής μας ανάρπαζε κι η Νιότη
μας φούντωνε του αίματος την πύρη.
-3- Οι κοπέλλες μονάχα θα εικονίζουν
κάθε χαρά που πέρασε και πάει
και θα στέκουν εμπρός μας σε παράτα.
Κι ούτε κι ο νους θα ξέρει όταν θα σχίζουν,
σαν άγγελοι των ουρανών τα χάη,
ποιά πιο πολύ μας χρύσωνε τα νειάτα.
ΥΠΕΡΑΝΩ
-1- Κι αν δοθήκαμε ολάκεροι στη Νειότη,
κι αν άφραστα αγαπήσαμε ότι ζει,
κι αν οι στερνοί δεν είμαστε, ούτ' οι πρώτοι
ένθε η ορμή μας ξεπετάει εκεί
-2- επάνω απ' της Αβύσσου τ' άγρια σκότη
και πέρα από του πλήθους τη βοή:
δρόμο να μη χαράξουμε προδότη,
στο χώμα αχνάρι μας να μη σταθεί.
-3- Κι αν η πίστη στη χίμαιρα άλλης πλάσης
δεν γλυκάνει την πίκρα στην ψυχή,
Ανυπαρξία, κι αν δε μας ξεγελάσεις,
οι κοσμικοί κι οι απόκοσμοι μαζί
να πούμε πως εζήσαμε σε αμάχη,
μέσα μα και σαν έξω απ' τη Ζωή!...
ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΝΑ ΓΙΝΩ...
Ένα πουλί που λάλησε
στον άνεμο της νιότης,
στ' ολάνθιστο απαλό κλαδί
κάποιας αγάπης πρώτης,
και το τραγούδι του άλλαξε
σε πικρό ξάφνου θρήνο.
Δεν ήτανε να γίνω
ότι έχω ονειρευτεί...
Sunday, May 6, 2007
ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΙΞΠΗΡ Από το περιοδικό ΦΟΥΑΓΙΕ που θα κυκλοφορήσει 15 -5 -07
«Το ουσιαστικό με τον Σαίξπηρ είναι η ικανότητα και η αυθεντία του και το γεγονός ότι πρέπει κανείς να τον δεχτεί όπως δέχεται τη φύση, ένα τοπίο, για παράδειγμα, όπως ακριβώς είναι».
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (1889-1951)
«Το αξιοσημείωτο με τον Σαίξπηρ είναι ότι είναι πραγματικά πολύ καλός – πέρα από το γεγονός ότι όλος ο κόσμος λέει ότι είναι πολύ καλός».
Ρόμπερτ Γκρέιβς (1895-1985)
«Μια σοφιστεία λειτουργεί στον Σαίξπηρ όπως ο καθαρός ορίζοντας για τον ταξιδιώτη».
Μπεν Τζόνσον (1573-1637)
«Ο Σαίξπηρ δεν ανήκε στην εποχή του, ανήκει σε κάθε εποχή!».
Μπεν Τζόνσον (1573-1637)
«Όταν διαβάζω Σαίξπηρ με εκπλήσσει πώς τόσο ασήμαντα πρόσωπα ονειροπολούν και τσακώνονται με τόσο υπέροχη γλώσσα».
D. H. Lawrence (1885-1930)
«Σαίξπηρ: η κοντινότερη ενσάρκωση του ματιού του Θεού».
Λώρενς Ολίβιε (1907-1989)
«Αναρωτηθήκατε πόσα χρωστάμε όλοι – και ιδιαιτέρως οι γυναίκε ς– στον Σαίξπηρ για την υπεράσπιση των γυναικών σε αυτές τις ατρόμητες, πνευματώδεις αποφασιστικές και πανέξυπνες ηρωίδες;».
Έλεν Τέρι (1848-1928)
«Μια από τις μεγαλύτερες μεγαλοφυΐες που υπήρξαν ποτέ, ο Σαίξπηρ, αναμφίβολα ήθελε γούστο».Οράτιος Γουόλπολ (1717-1797)
«Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με μια φράση τον Σαίξπηρ, θα έλεγα: ανωτερότητα πνεύματος. Νομίζω ότι θα τα είχα ήδη συμπεριλάβει όλα».
Τόμας Καρλάιλ (1795-1881)
«Ανάμεσα σε όλους τους σύγχρονους, ίσως και τους αρχαίους ποιητές, είχε την μεγαλύτερη και πιο κατανοητή ψυχή».
Τζον Ντράιντεν (1631-1700)
«Είναι ο Ιανός των ποιητών. Φοράει σχεδόν πάντα δυο πρόσωπα. Και μόλις αρχίζεις να θαυμάζεις το ένα, περιφρονείς το άλλο».
Τζον Ντράιντεν (1631-1700)
«Ήταν αυτοδίδακτος. Δεν χρειαζόταν τα βιβλία για να διαβάσει τη φύση. Κοίταζε μέσα του και την έβρισκε εκεί».
Τζον Ντράιντεν (1631-1700)
«Ο Άμλετ είναι ένα άξεστο και βάρβαρο έργο... Θα φανταζόταν κανείς ότι είναι προϊόν της φαντασίας ενός μέθυσου».
Βολταίρος (1694-1778) «Ο Σαίξπηρ είναι ένας απολίτιστος μέθυσος με λίγη φαντασία που τα έργα του αρέσουν μόνο στο Λονδίνο και τον Καναδά».
Βολταίρος (1694-1778)
«Οι σχολιαστές στον Άμλετ είναι πραγματικά τρελοί ή απλώς προσποιούνται;». Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900)
«Θα έλεγα ότι κανένα από τα έργα του Σαίξπηρ δεν έχει νόημα, αν και θα ήταν εξίσου λάθος να πω ότι ένα έργο του Σαίξπηρ δεν έχει νόημα».
Τ. Σ. Έλιοτ (1888-1965)
«Το μυαλό και το χέρι του πήγαιναν μαζί και εκείνο που πίστευε το εξέφραζε με τέτοια ευκολία, που σχεδόν ποτέ δεν υπήρξε μουτζούρα στα γραπτά του».
Οι εκδότες του Σαίξπηρ Heminges and Condell
«Εκείνο που με κάνει να πιστεύω ότι τα έργα του Σαίξπηρ έχουν ολοκληρωθεί από μια ομάδα, δεν είναι το ότι αμφισβητώ την πιθανότητα να έχουν γραφτεί από έναν μόνο άνθρωπο, ούτε το ότι είναι αρκετά προικισμένος αυτός ο άνθρωπος ως ποιητής, ούτε το ότι είναι αρκετά ικανός από πλευράς τεχνικής, ούτε το ότι είναι αρκετά καλλιεργημένος για να το έχει κάνει. Είναι μάλλον το γεγονός ότι στα έργα του, σε ό,τι αφορά στη δομή, τη συρραφή τους, αναγνωρίζω τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται μια ομάδα. Απ’ αυτή την ομάδα ο Σαίξπηρ ήταν σίγουρα η πιο ισχυρή προσωπικότητα. Έτσι, κλίνω προς την άποψη να θεωρήσω τον Σαίξπηρ σαν ένα είδος προϊστάμενου-δραματουργού».
Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956)
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν (1889-1951)
«Το αξιοσημείωτο με τον Σαίξπηρ είναι ότι είναι πραγματικά πολύ καλός – πέρα από το γεγονός ότι όλος ο κόσμος λέει ότι είναι πολύ καλός».
Ρόμπερτ Γκρέιβς (1895-1985)
«Μια σοφιστεία λειτουργεί στον Σαίξπηρ όπως ο καθαρός ορίζοντας για τον ταξιδιώτη».
Μπεν Τζόνσον (1573-1637)
«Ο Σαίξπηρ δεν ανήκε στην εποχή του, ανήκει σε κάθε εποχή!».
Μπεν Τζόνσον (1573-1637)
«Όταν διαβάζω Σαίξπηρ με εκπλήσσει πώς τόσο ασήμαντα πρόσωπα ονειροπολούν και τσακώνονται με τόσο υπέροχη γλώσσα».
D. H. Lawrence (1885-1930)
«Σαίξπηρ: η κοντινότερη ενσάρκωση του ματιού του Θεού».
Λώρενς Ολίβιε (1907-1989)
«Αναρωτηθήκατε πόσα χρωστάμε όλοι – και ιδιαιτέρως οι γυναίκε ς– στον Σαίξπηρ για την υπεράσπιση των γυναικών σε αυτές τις ατρόμητες, πνευματώδεις αποφασιστικές και πανέξυπνες ηρωίδες;».
Έλεν Τέρι (1848-1928)
«Μια από τις μεγαλύτερες μεγαλοφυΐες που υπήρξαν ποτέ, ο Σαίξπηρ, αναμφίβολα ήθελε γούστο».Οράτιος Γουόλπολ (1717-1797)
«Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με μια φράση τον Σαίξπηρ, θα έλεγα: ανωτερότητα πνεύματος. Νομίζω ότι θα τα είχα ήδη συμπεριλάβει όλα».
Τόμας Καρλάιλ (1795-1881)
«Ανάμεσα σε όλους τους σύγχρονους, ίσως και τους αρχαίους ποιητές, είχε την μεγαλύτερη και πιο κατανοητή ψυχή».
Τζον Ντράιντεν (1631-1700)
«Είναι ο Ιανός των ποιητών. Φοράει σχεδόν πάντα δυο πρόσωπα. Και μόλις αρχίζεις να θαυμάζεις το ένα, περιφρονείς το άλλο».
Τζον Ντράιντεν (1631-1700)
«Ήταν αυτοδίδακτος. Δεν χρειαζόταν τα βιβλία για να διαβάσει τη φύση. Κοίταζε μέσα του και την έβρισκε εκεί».
Τζον Ντράιντεν (1631-1700)
«Ο Άμλετ είναι ένα άξεστο και βάρβαρο έργο... Θα φανταζόταν κανείς ότι είναι προϊόν της φαντασίας ενός μέθυσου».
Βολταίρος (1694-1778) «Ο Σαίξπηρ είναι ένας απολίτιστος μέθυσος με λίγη φαντασία που τα έργα του αρέσουν μόνο στο Λονδίνο και τον Καναδά».
Βολταίρος (1694-1778)
«Οι σχολιαστές στον Άμλετ είναι πραγματικά τρελοί ή απλώς προσποιούνται;». Όσκαρ Ουάιλντ (1854-1900)
«Θα έλεγα ότι κανένα από τα έργα του Σαίξπηρ δεν έχει νόημα, αν και θα ήταν εξίσου λάθος να πω ότι ένα έργο του Σαίξπηρ δεν έχει νόημα».
Τ. Σ. Έλιοτ (1888-1965)
«Το μυαλό και το χέρι του πήγαιναν μαζί και εκείνο που πίστευε το εξέφραζε με τέτοια ευκολία, που σχεδόν ποτέ δεν υπήρξε μουτζούρα στα γραπτά του».
Οι εκδότες του Σαίξπηρ Heminges and Condell
«Εκείνο που με κάνει να πιστεύω ότι τα έργα του Σαίξπηρ έχουν ολοκληρωθεί από μια ομάδα, δεν είναι το ότι αμφισβητώ την πιθανότητα να έχουν γραφτεί από έναν μόνο άνθρωπο, ούτε το ότι είναι αρκετά προικισμένος αυτός ο άνθρωπος ως ποιητής, ούτε το ότι είναι αρκετά ικανός από πλευράς τεχνικής, ούτε το ότι είναι αρκετά καλλιεργημένος για να το έχει κάνει. Είναι μάλλον το γεγονός ότι στα έργα του, σε ό,τι αφορά στη δομή, τη συρραφή τους, αναγνωρίζω τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται μια ομάδα. Απ’ αυτή την ομάδα ο Σαίξπηρ ήταν σίγουρα η πιο ισχυρή προσωπικότητα. Έτσι, κλίνω προς την άποψη να θεωρήσω τον Σαίξπηρ σαν ένα είδος προϊστάμενου-δραματουργού».
Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956)
Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ Η ΧΑΛΙΜΑ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ
(Το τέταρτο κεφάλαιο)
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΔΙΑΚΟΝΕΥΟΥΝΕΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΕΧΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ
1. Ωστόσο η γυναίκα της Ζάκυνθος είχε στα γόνατα τη θυγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει.
2. Έβαλε λοιπόν το ζουρλάδι τα μαλλιά της από πίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τάχε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
3. Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να πανδρευθείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να βλέπουμε τον κόσμο, και να καθόμαστε μαζί στο παρεθύρι να διαβάζουμε τη θεία Γραφή και τη Χαλιμά.
4. Και αφού την εχάϊδεψε και της φίλησε τα μάτια και τα χείλια, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντας της: Να και ένα καθρεφτάκι και κοιτάξου που είσ' όμορφη και μου μοιάζεις.
5. Και η κόρη που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.
6. Και ιδού μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτες αύξαινε.
7. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά τη θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.
8. Και ιδού παρεσιάζουνται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού. Εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.
9. Και έτσι δα, πώς; Τι κάνουμε; θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε αναβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτσα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε προσταγές.
10. Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: ʼμ' έχεις δίκαιο. Είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και μείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε.
11. Και ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος την αντίσκοψε και αποκρίθηκε: Κυρά δασκάλα, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σας έμεινε.
12. Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;
13. Και τί σας έλειπε, και τίι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο θεός είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.
14. Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;
15. Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλληκαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ' ήσθενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλληκάρια της Τουρκιάς ξάφνου.
16. Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευθεί τέτοια προδοσία; Τόθελε ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;
17. Τόσο κάνει και εγώ να μπήξω το μαχαίρι μες στο ξημέρωμα στο λαιμό του ανδρός μου (που να τόνε πάρει ο διάολος).
18. Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματα σας κακά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου.
19. Καλή, μα την αλήθεια. Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες,
20. και όσοι μείνουνε από τον ξολοθρεμό έρχονται στη Ζάκυνθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε.
21. Λέοντας εσιώπησε ολίγο κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού.
22. Και έτσι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναί ή όχι; Και τώρα δα τί ακαρτερείτε; Ευρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;
23. Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά παρά να ψωμοζητάτε. Και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νάναι μια θαράπαψη για όποιον δεν ντρέπεται.
24. Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; έχω δουλειά. Και φωνάζοντας τέτοια δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή.
25. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα και εγκρίλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληγορικό και το αλληθώρικο έσιαξε. Και εγίνηκε σαν την προσωπίδα την ύψινη οπού χύνουνε οι ζωγράφοι εις τα πρόσωπα των νεκρών για να...
26. Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνιωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμου.
27. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντας την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστόχησαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χωρίς να κάμουνε ταραχή.
28. Ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος βάνοντας την απαλάμη απάνου στην καρδιά της και αναστενάζοντας δυνατά, είπε:
29. Πως μου χτυπάει, Θέ μου, η καρδιά, που μου έπλασες τόσο καλή!
30. Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες.
31. Αλλά εσύ, κόρη μου, δε θε νάσαι πόρνη σαν την αδελφή μου και σαν τις άλλες γυναίκες του τόπου μου!
32. Κάλλιο θάνατος. Και εσύ, μάτια μου, εσκιάχθηκες. Έλα, στάσου ήσυχη, γιατί αν αναδευτείς από αυτήν την καθίκλα, κράζω ευθύς οπίσω εκείνες τές στρίγλες και σε τρώνε.
33. Και οι δούλοι είχαν πάγει στο μαγερειό χωρίς να καρτερέσουν την προσταγή της γυναικός, και εκεί άρχισαν να μιλούν για την πείνα τους.
34. Και η γυναίκα ετότες εμπήκε στο δώμα της.
35. Και σε λίγο έγινε μεγάλη σιωπή και άκουσα το κρεβάτι να τρίξει πρώτα λίγο και κατόπι πολύ. Και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί.
36. καθώς κάνουν οι βαστάζοι όταν οι κακότυχοι έχουν βάρος εις την πλάτη τους ανυπόφορτο.
37. Και έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος. Και ό,τι έβγαινα από τη θύρα του σπιτιού απάντηξα τον άνδρα της γυναικός οπού ανέβαινε.
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΔΙΑΚΟΝΕΥΟΥΝΕΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΕΧΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ
1. Ωστόσο η γυναίκα της Ζάκυνθος είχε στα γόνατα τη θυγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει.
2. Έβαλε λοιπόν το ζουρλάδι τα μαλλιά της από πίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τάχε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
3. Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να πανδρευθείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να βλέπουμε τον κόσμο, και να καθόμαστε μαζί στο παρεθύρι να διαβάζουμε τη θεία Γραφή και τη Χαλιμά.
4. Και αφού την εχάϊδεψε και της φίλησε τα μάτια και τα χείλια, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντας της: Να και ένα καθρεφτάκι και κοιτάξου που είσ' όμορφη και μου μοιάζεις.
5. Και η κόρη που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.
6. Και ιδού μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτες αύξαινε.
7. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά τη θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.
8. Και ιδού παρεσιάζουνται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού. Εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.
9. Και έτσι δα, πώς; Τι κάνουμε; θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε αναβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτσα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε προσταγές.
10. Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: ʼμ' έχεις δίκαιο. Είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και μείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε.
11. Και ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος την αντίσκοψε και αποκρίθηκε: Κυρά δασκάλα, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σας έμεινε.
12. Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;
13. Και τί σας έλειπε, και τίι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο θεός είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.
14. Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;
15. Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλληκαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ' ήσθενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλληκάρια της Τουρκιάς ξάφνου.
16. Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευθεί τέτοια προδοσία; Τόθελε ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;
17. Τόσο κάνει και εγώ να μπήξω το μαχαίρι μες στο ξημέρωμα στο λαιμό του ανδρός μου (που να τόνε πάρει ο διάολος).
18. Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματα σας κακά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου.
19. Καλή, μα την αλήθεια. Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες,
20. και όσοι μείνουνε από τον ξολοθρεμό έρχονται στη Ζάκυνθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε.
21. Λέοντας εσιώπησε ολίγο κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού.
22. Και έτσι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναί ή όχι; Και τώρα δα τί ακαρτερείτε; Ευρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;
23. Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά παρά να ψωμοζητάτε. Και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νάναι μια θαράπαψη για όποιον δεν ντρέπεται.
24. Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; έχω δουλειά. Και φωνάζοντας τέτοια δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή.
25. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα και εγκρίλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληγορικό και το αλληθώρικο έσιαξε. Και εγίνηκε σαν την προσωπίδα την ύψινη οπού χύνουνε οι ζωγράφοι εις τα πρόσωπα των νεκρών για να...
26. Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνιωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμου.
27. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντας την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστόχησαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χωρίς να κάμουνε ταραχή.
28. Ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος βάνοντας την απαλάμη απάνου στην καρδιά της και αναστενάζοντας δυνατά, είπε:
29. Πως μου χτυπάει, Θέ μου, η καρδιά, που μου έπλασες τόσο καλή!
30. Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες.
31. Αλλά εσύ, κόρη μου, δε θε νάσαι πόρνη σαν την αδελφή μου και σαν τις άλλες γυναίκες του τόπου μου!
32. Κάλλιο θάνατος. Και εσύ, μάτια μου, εσκιάχθηκες. Έλα, στάσου ήσυχη, γιατί αν αναδευτείς από αυτήν την καθίκλα, κράζω ευθύς οπίσω εκείνες τές στρίγλες και σε τρώνε.
33. Και οι δούλοι είχαν πάγει στο μαγερειό χωρίς να καρτερέσουν την προσταγή της γυναικός, και εκεί άρχισαν να μιλούν για την πείνα τους.
34. Και η γυναίκα ετότες εμπήκε στο δώμα της.
35. Και σε λίγο έγινε μεγάλη σιωπή και άκουσα το κρεβάτι να τρίξει πρώτα λίγο και κατόπι πολύ. Και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί.
36. καθώς κάνουν οι βαστάζοι όταν οι κακότυχοι έχουν βάρος εις την πλάτη τους ανυπόφορτο.
37. Και έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος. Και ό,τι έβγαινα από τη θύρα του σπιτιού απάντηξα τον άνδρα της γυναικός οπού ανέβαινε.
Subscribe to:
Posts (Atom)