Thursday, January 21, 2010

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΠΛΩΝ

"Ο χορός των επίπλων" του Ρώμου Φιλύρα
Πρώτη καταχώρηση: Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010, 13:25
Από το αυτοβιογραφικό κείμενο του ποιητή «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον»Έναρξη παραστάσεων Παρασκευή 22/1/10Μετά από τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε στο θέατρο «ΑΡΤΙ» και τη θετική αποδοχή από το κοινό, η παράσταση «Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΠΛΩΝ» θα συνεχιστεί στην Θεατρική σκηνή «Ζωή Λάσκαρη» από τον Ιανουάριο, κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Η παράσταση είναι βασισμένη στο συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό κείμενο του ποιητή Ρώμου Φιλύρα «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον», ίδρυμα στο οποίο ο ποιητής έζησε αυτοεγκλεισμένος από το 1927, μέχρι τον θάνατό του το 1942. Το συγκεκριμένο κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, το 1929 με τη φροντίδα του τότε διευθυντή της Αιμίλιου ΧουρμούζιουΠρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής, αποτέλεσμα των φωτεινών διαλειμμάτων του ποιητή στο Δρομοκαΐτειο, που περιγράφει τη ζωή των έγκλειστων στο ίδρυμα, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με παραληρηματικό ποιητικό λόγο και άλλοτε με θυμό και θλίψη για την εγκατάλειψή τους. Περιγράφοντας τη ζωή στο Δρομοκαΐτειο και παραβάλλοντάς τη με τη ζωή και τις πράξεις των λογικών ο ποιητής διαπραγματεύεται, φτάνοντας σε ύψη ποιητικού μεγαλείου, όλη την ειρωνεία της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και ζητήματα όπως η μοναξιά, η ματαιοδοξία, ο ανθρώπινος προορισμός, ενώ δίνει και σπουδαία στοιχεία για την εποχή.Το έργο ερμηνεύει ο Πέτρος Ξεκούκης, ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες ηθοποιούς που έχει υπηρετήσει πολλά είδη θεάτρου και έχει συμμετάσχει σε αμέτρητες τηλεοπτικές και θεατρικές παραγωγές. Η παράσταση είναι σταθμός στην καριέρα του χτίζοντας έναν πολύ δύσκολο αλλά και γοητευτικό ρόλο. Ο ηθοποιός αποφάσισε να επισκεφτεί για μέρες στο Δρομοκαΐτειο, θέλοντας να νοιώσει την κατάσταση την οποία βιώνουν συνάνθρωποι μας. «Ήταν μια μοναδική εμπειρία αυτή η μικρή συμβίωση με αυτούς τους ανθρώπους. Ένοιωσα απίστευτη συγκίνηση κοιτάζοντας μέσα βαθιά στο βλέμμα τους και διέκρινα μικρά παιδιά που με ρωτούσαν ¨μ αγαπάς? Θα μου μείνει αξέχαστη…»Πέτρος Ξεκούκης.Η θεατρική διασκευή είναι του Αντώνη Παπαϊωάννου, η σκηνοθεσία της Τόνιας Σταυροπούλου, η μουσική και τα τραγούδια του Σπύρου Κουρκουνάκη και τα σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Γιώνα.ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΣΤΙΓΜΑΗ παράσταση έγινε αποδεκτή με ευμενή σχόλια από την επιστημονική κοινότητα, αφού θεωρήθηκε ότι συμβάλλει στην καταπολέμηση του στίγματος των ψυχικών διαταραχών. Ο Ρώμος Φιλύρας διατηρεί το ποιητικό του μεγαλείο μέσα στο ίδρυμα, υπερασπίζεται την ασθένεια ενάντια στη… λογική των λογικών και διεκδικεί τη θέση του στον χώρο της λογοτεχνίας, δημιουργώντας εξαίρετα ποιήματα και κείμενα, όπως και αυτό της παράστασης και μέσα από το Δρομοκαΐτειο. Στο πλαίσιο αυτό, την παράσταση παρακολούθησαν φοιτητές κοινωνιολογίας και ψυχιατρικής, σύλλογοι συγγενών ατόμων με ψυχική διαταραχή, ενώ πρόκειται να αποτελέσει και αντικείμενο διδασκαλίας σε πανεπιστημιακά σεμινάριαΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΩΜΟ ΦΙΛΥΡΑΟ Ρώμος Φιλύρας (φιλολογικό ψευδώνυμο του Ιωάννη Οικονομόπουλου) υπήρξε ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στο Κιάτο Κορινθίας το 1888, ενώ το τέλος της ζωής του τον βρήκε στο Δρομοκαΐτειο το 1942. Το 1902 εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και το 1905 άρχισε την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία, η οποία διακόπηκε λόγω του εγκλεισμού του στο Δρομοκαΐτειο Θεραπευτήριο, το 1927. Κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας συνεργάστηκε ως χρονογράφος στον Νουμά και σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά (Ακρόπολις, Πρόοδος, Νέα Ελλάς, Πατρίς, Ελεύθερον Βήμα, Καθημερινή, Ηγησώ, Νέα Εστία, Ο Κύκλος κ.ά.).Eξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Ρόδα στον αφρό (1911), Γυρισμοί 1912-1918 (1919), Οι Eρχόμενες (1920), Κλεψύδρα (1921), Πιερρότος (1922), Θυσία (1919-1923) και το αφήγημα Ο θεατρίνος της ζωής (1916). Το 1939 εκδόθηκαν τα Άπαντα έμμετρα και πεζά του Pώμου Φιλύρα με επιμέλεια του Αιμίλιου Χουρμούζιου, ενώ το 1974 ο Τάσος Κόρφης εξέδωσε στο βιβλίο: Ρώμος Φιλύρας, Συμβολή στη ζωή και στο έργο του εβδομήντα από τα ποιήματα που έγραψε ο Φιλύρας κατά τη δεκαπεντάχρονη παραμονή του στο ψυχιατρείο.Για το έργο του Ρώμου Φιλύρα έχουν ακόμα εκδώσει μελέτες ο Γιάννης Δάλλας και ο Γιάννης Παπακώστας από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη και Καστανιώτη αντίστοιχα, ενώ «Ο θεατρίνος της ζωής» έχει εκδοθεί και στη σειρά «Σπάνια κείμενα» των εκδόσεων Παπαϊωάννου, που επιμελείται ο Αντώνης Παπαϊωάννου, ο οποίος έχει κάνει και τη διασκευή του κειμένου της παράστασης.ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:ΕΡΜΗΝΕΥΕΙΟ ΠΕΤΡΟΣ ΞΕΚΟΥΚΗΣΦΩΝΗ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΦΩΤΙΔΗΣΔΙΑΣΚΕΥΗ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΤΟΝΙΑ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥΣΚΗΝΙΚΑ- ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΩΝΑΣΜΟΥΣΙΚΗ – ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ: ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΝΑΚΗΣΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΚΗΝΙΚΩΝ: ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΜΑΡΤΖΟΥΚΟΣΤα τραγούδια ερμηνεύει ο Λευτέρης Τσακιράκης που έπαιξε κιθάρες, ηλεκτρικό μπάσο και κρουστά.Ημέρες παραστάσεων:Παρασκευή – Σάββατο 9:00μ.μ 15 €Κυριακή 7:00 Φοιτητικό 10 €Συνταξιούχοι και άτομα κάτω των 25 ετών: 10 €Διάρκεια : 70΄ χωρίς διάλειμμαΠολυχώρος Αθηναΐς ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ «ΖΩΗ ΛΑΣΚΑΡΗ» Καστοριάς 34 ΒοτανικόςΤηλέφωνο 210-3477878 φαξ: 210-3477950www.zoelaskari-theatre.grΤο Θέατρο είναι εξοπλισμένο με ειδικό lift (αναβατόριο) για άτομα με κινητικά προβλήματα

Saturday, January 16, 2010

Tuesday, May 20, 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΛΕΦΤΟΓΙΩΡΓΟΣ

ΕΝΑΣ ΑΔΕΛΦΙΚΟΣ ΦΙΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ ΓΕΝΕΘΛΙΑ


Στίχοι: Γιώργος Κλεφτογιώργος
Μουσική: Γιάννης Κωνσταντινίδης
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Θα ‘σαι μόνος τις τρεις το πρωί κι ο πλανήτης καπνός στις ειδήσεις
Να ζητάς ν’ αγοράσεις βροχή για φωτιές που ποτέ δε θα σβήσεις
Να ‘σαι μόνος στις τρεις το πρωί στην οδό πουθενά και καθόλου
Να σου λένε πως βρήκαν νεκρή τη ζωή σου κοντά στην Αιόλου

Νύχτα που σκοτώνει, νύχτα που καρφώνει
Νύχτα και οι νόμοι βγάζουν τα σκυλιά
Καίω τ’ όνομα μου και τα σύνορα μου
Όλα να καούνε σαν βεγγαλικά
Που είσαι, πού είσαι



Στίχοι: Γιώργος Κλεφτογιώργος
Μουσική: Σοφία Βόσσου
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Μια κιθάρα στην ουσία
Έχω για περιουσία
Για να κάνω άνω κάτω όλους τους ρομαντικούς
Μια κιθάρα, μια αγία
Μια αρρώστια ανεργία
Χρόνια σου χτυπώ την πόρτα μα ποτέ σου δεν μ' ακούς

Αλκοόλ η βροχή και μεθάω
Την ψυχή μου στα λάθη σκορπάω
Τόσα βράδια μαζί σου που πάνε
Οι χορδές τις κιθάρας μου σπάνε

Την κιθάρα μου έχω χάσει
Τώρα μόνο οι κομπάρσοι
Στη ζωή μου στη ζωή σου είναι πρωταγωνιστές
Μια κιθάρα προδοσία
Έρωτα με φαντασία
Σου 'χω στείλει μα δεν φτάνει με τους υπολογιστές

Αλκοόλ η βροχή και μεθάω
Την ψυχή μου στα λάθη σκορπάω
Τόσα βράδια μαζί σου που πάνε
Οι χορδές τις κιθάρας μου σπάνε


Στίχοι: Γιώργος Κλεφτογιώργος
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Των χεριών σου ακούω τις λέξεις λες κι είναι βροχές
Όπως θέλεις μπορείς να με παίξεις δεν έχω αντοχές
Με φιλάς, μου γελάς στα σκοτάδια και φεύγεις νωρίς
Τα φιλιά στο κορμί μου σημάδια δεν είδε κανείς

Φταις

Στο λαιμό μου οι φλέβες χορεύουν τρελές μουσικές
Οι βραδιές με φωτιές συνορεύουν, στις φλόγες με καις
Με τις ώρες που έχουν πετάξει αλλάζω εποχές
Των ματιών σου το μαύρο μετάξι τυλίγει το χθες

Φταις
Αγάπα με λίγο, πολύ δεν αντέχω
Στο στόμα σου μέλι τα χείλη μου βρέχω
Φταις
Αγάπα με λίγο, πολύ δεν αντέχω
Σηκώνω τα χέρια και πάνω σου πέφτω
Φταις

Οι κουβέντες ξυράφια απάνω μου πέφτουν γυμνές
Κάθε βράδυ στο μπαρ μεθυσμένες αλήθειες μου λες
Τα ποτά ποταμός Ιορδάνης και εγώ ναυαγός
Το κορμί σου με παίρνει με πάει στο πέλαγο

Φταις

Κολασμένοι Θεοί μου ζητούν να τους πω προσευχές
Σου φωνάζω βοήθεια μα έχεις τις πόρτες κλειστές
Των χεριών σου ακούω τις λέξεις λες κι είναι βροχές
Όπως θέλεις μπορείς να με παίξεις δεν έχω αντοχές

Φταις
Αγάπα με λίγο, πολύ δεν αντέχω
Στο στόμα σου μέλι τα χείλη μου βρέχω
Φταις
Αγάπα με λίγο, πολύ δεν αντέχω
Σηκώνω τα χέρια και πάνω σου πέφτω
Φταις





Ναι ‘σαι μόνος στις τρεις το πρωί στα σκοτάδια να ρίχνεις τα δίχτυα
Το φεγγάρι κρυφά να κοιτάς στους καθρέφτες να λες καληνύχτα
Τους κοιτώ και δε βγάζουν μιλιά προτομές των σοφών δολοφόνων
Να κρατούν συνεχώς αγκαλιά ένα ψέμα πολλών μεγατόνων

Νύχτα που σκοτώνει, νύχτα που καρφώνει..

Monday, May 12, 2008

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο

Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα

ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες

που μυρίζανε.

Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη τού μονόπρακτου:

ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.

Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα

το πρόβλημα του Αίγισθου:

διαβήτες, Κληταιμήστρες, τρίγωνα

τα τσιγάρα που μου τέλειωσαν

το πρόβλημα της αποχέτευσης

σε διαμερίσματα Ερινύων

το δυσκίνητο λεωφορείο

ΑΝΩ ΛΟΙΣΑ-ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

το κοφτερό τσεκούρι

η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφτο λοιπόν να τελειώνουμε.





lockquote>

Sunday, July 15, 2007

ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΙΚΕΝΤΙΟ ΚΑΡΜΠΟΝΑΡΟ

ΛΥΩΜΕΝΕΣ ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ ΒΟΥΤΥΡΟΥ

Έπιασα να διαβάζω το πόνημα του Βικέντιου Καρμπονάρου, Ο ΣΥΝΟΝΟΜΑΤΟΣ σε επιμέλεια Γιώργου Κεντρωτή και ανακάλυψα και πάλι τη λογοτεχνία
Κάθε λέξη και μια αφετηρία για νέους κόσμους για νέα σύμπαντα. Και η επόμενη λέξη ακριβώς το ίδιο. Μια νέα αφετηρία, ένας περίτεχνα περιπεπλεγμένος λαβύρινθος που θες να ανακαλύπτεις συνεχώς νέους διαδρόμους κι άλλους κι άλλους και δε θές να γυρίσεις πίσω. Κόβεις το νήμα και το πετάς. Η Αριάνδη - Λαουράνια, αν υπάρχει, δεν βρίσκεται πίσω, είσαι σίγουρος πως περιμένει στην άλλη πλευρά του λαβύρινθου. Αλλά δεν βιάζεσαι να φτάσεις, γιατί αν βγεις και τη βρεις ίσως να τη χάσεις, ενώ όσο αργείς να φτάσεις την κουβαλάς σαν φως που λαμπυρίζει στα τοιχώματα του λαβύρινθου.
Αναγιγνώσκοντας ανακαλύπτεις πάντα καινούργια αισθήματα, καινούργια αρώματα που γεννούν οι καινούργιες λέξεις. Ο κόσμος ξαναφτιάχνεται από την αρχή και ο παλιός ακυρώνεται. Μια γλώσσα που ενώνει τις εύγλωττες χειρονομίες των Μεσογειακών με τις ψυθιριστές σιωπές των ανατολικών, μια γλώσσα που ξεπερνά το φτωχό λεξικό του Μπαμπινιώτη κατά μερικές χιλιάδες λέξεις, μια γλώσσα που ακυρώνει τα παλιά λεξικά και απαιτεί καινούργια. Αλλά άλλου τύπου λεξικά, όχι νοηματικά ή ερμηνευτικά, αλλά λεξικά αρωμάτων, αφού κάθε λέξη έχει κι ένα διαφορετικό άρωμα που σου ρχεται να σκύψεις στη σελίδα και να το μυρίσεις. Φθινοπωρινή ευδία και λυωμένες καραμέλες βουτύρου.
Λέξεις λεπτές, λεπτεπίλεπτες, λεπταίσθητες, λέξεις που τρέχουνε με ρυθμό υπερηχητικού τραίνου και προλαβαίνουνε εν τούτοις και περιγράφουνε υπαρκτούς κι ανύπαρκτους κόσμους με απίστευτη ακρίβεια. Ανύπαρκτους; Όχι. Κόσμοι που εγκαινιάζονται και πλέον είναι κτήμα μας. Αυτή δεν είναι και η πεμπτουσία της ποίησης; Λέξεις που ηρεμούν τη φουρτούνα της ψυχής με την ωραιότητά τους, λέξεις... λεξοτανίλ, αφού ξέρω πόσο ο Βικέντιος αρέσκεται σε λογοπαίγνια.
Λέξεις που δεν ανήκουν σε χώρα αλλά αποκτούν διακρατική ισχύ, που έχουν ένα αντίκρυσμα, μια προβολή σε ένα νέο τοπίο σε μια νέα γλωσσική πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν αυτό πρεσβεύει στο αμφιθέατρο ο Γ.Κ. αλλά έχω την εντύπωση ότι αυτό που θα μαθαίνει στους φοιτητές του είναι πως η μετάφραση δεν είναι η μεταφορά λέξεων και νοημάτων από τη μια χώρα στην άλλη, από τη μια γλώσσα στην άλλη, αλλά με αφορμή τη μια γλώσσα, η δημιουργία μιας νέας, πιο πλούσιας πιο περιεκτικής, πιο ποιητικής ευρύτερης των λεξικών που ανοίγει το μυαλό και μας κάνει πιο πλούσιους, πιο ανοιχτους, μια γλώσσα εν δυοίν και πάει λέγοντας.
Αν αυτό διδάσκει ο Γ.Κ. και δεν έχω λαθέψει, τότε Ο ΣΥΝΟΝΟΜΑΤΟΣ είναι το πολυτιμότερο και πιο αντιπροσωπευτικό εγχειρίδιο της επιστήμης του.
Δεν κρύβω πως οι πρώτες σελίδες μου δημιούργησαν μια προκατάληψη για τις επόμενες. Μαθημένος και κουρασμένος από την "γνωστή" μας λογοτεχνία, φοβήθηκα μήπως βρεθώ στο άλλο άκρο παγιδευμένος σε μια λεξιλαγνεία που θα κάνει την ανάγνωση ακόμα πιο κουραστική. Και ω του θαύματος, οι λέξεις που όπως προείπα, γεννούσαν πρωτόγνωρους κόσμους, η γνώση και η περιγραφή υπαρκτών, αλλά άγνωστων στον αναγνώστη και άρα ανύπαρκυων κόσμων δημιούργησαν μια απίστευτη απόλαυση του κειμένου {κάτι που μας απασχολούσε από τα φοιτητικά χρόνια με τον Μπαρτ και το Λακάν)που μόνο με την ανάνωση -και μη μου καταλογίσετε ιεροσυλία- κειμένων του Μπόρχες, του Μάρκες αν δεν συγκρίνεται τουτλάχιστον αναλογίζεται.
Για όποιον δεν κατάλαβε Ο ΣΥΝΟΝΟΜΑΤΟΣ είναι ένα παγκόσμιο κείμενο της λογοτεχνίας, για πολλούς λόγους και μόνο ως τέτοιο μπορούμε να το αποτιμήσουμε είτε με ανθουσιαστικά σχόλια, είτε΄-όλα στο παιχνίδι είναι - με επιτημιτικά. Σίγουρα όμως δεν εντάσσεται στην εγχώρια - και αποφεύγω άλλους χαρακτηρισμούς - λογοτεχνία.
Και για να τελειώνουμε, όποιος Έλληνας έχει διαβάσει πένβτε δέκα βιβλία στη ζωή του, δεν μπορεί πλέον να μην έχει τον ΣΥΝΟΝΟΜΑΤΟ στη βιβλιοθήκη του ως σημείο αναφοράς. Μη με θεωρήσετε υπερβολικό. Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν ότι σπάνια εκφράζω τοιουτοτρόπως τον ενθουσιασμό μου, όπως ξέρουν επίσης ότικάτι "κόβει" και το μάτι μου.
Κι επειδή εκφράζομαι προσωπικά χίλια ευχαριστώ για τη ευδία γάβρε Βικέντιε

Tuesday, July 10, 2007

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΘΑΛΛΙΔΗΑ 1816 - 1861.Μουσικός και ποιητής από τη Σωζόπολι με σπουδές στην Ευρώπη κατόπιν υποτροφίας της Αμαλίας της οποίας και για ένα φεγγάριήταν προστατευόμενος. Λέγεται ότι τα ερωτικά του ποιήματα απευθύνονταν σ' αυτήν και γι αυτό απομακρύνθηκε από το παλάτι... Έγραφε πάντως καλύτερα από τον Όθωνα



ΘΡΗΝΟΣ
Εις φρικώδεις μαύρας νύκτας,
στην σιγή της υφηλίου,
έμπροσθεν κοιμητηρίου
νέος εμπαθής θρηνεί.
Η φωνή του ομοιάζει
ήχον μουσικής πενθίμου
και o κόραξ της ερήμου
τους κλαυθμούς του αντηχεί.

«Εις το ρεύμα της ζωής μου
διατί να σ' απαντήσω ;
Δι’ εμέ αφού δεν ήσο,
διατί να σε ιδώ ;
Και με έκαμες απαύστως
στεναγμούς να αναπνέω,
και γελάς, διότι κλαίω
δι' εσέ και θρηνωδώ.

Μεταξύ ζωής και τάφου
στέκεις και με βασανίζεις,
ν' αποθάνω μ' εμποδίζεις,
να υπάρχω δεν ποθείς.
Α καν στέρξε ή να ζήσω,
ή να παύση κι η πνοή μου
ίσως ίσως στη θανή μου
πλέον μεταμεληθής.

Πάσχω να σε αποφύγω,
προσπαθώ να σε μισήσω,
και μακράν μακράν να ζήσω
από σε, σκληρά ψυχή.
Να σωθώ προτού με θάψη
η ανεύσπλαχνός σου γνώμη,
πλην, αχάριστη, ακόμη
η ψυχή μου σε ποθεί.

Απ' εμέ το βλέμμα στρέφεις,
φεύγεις, κρύπτεσαι, μ' αρνείσαι,
αλλ' εδώ εντός μου είσαι,
αιθερόπλαστος μορφή.
Συ και μόνη κυριεύεις
την οδύνην, την χαράν μου.
συ την τύχην μου, το παν μου
και αυτήν μου την ζωήν.

Δεν ζητώ αι συμφοραί μου
την καρδιά σου να εγγίσουν,
θέλω μόνον, όταν σβύσουν
της ζωής μου αι στιγμαί,
ένα στεναγμόν θρηνώδη
ως χαιρετισμόν ν' αφίσης
κι' εις το μνήμα μου να χύσης
ένα δάκρυ δι' εμέ.

Εις τον κήπον σου οπόταν
μοναχή τα άνθη λούης,
και του ρύακος ακούης
τον γλυκύν μουρμουρισμόν,
φέρε φέρε καν εις μνήμην
ένα φίλον της ψυχής σου
και, σκληρά, αναλογίσου
μια στιγμή το παρελθόν.

Όταν της νυκτός η αύρα
ψιθυρίζει εις τας ιτέας,
ενθυμού τας τελευταίας
των ερώτων μας στιγμάς.
Πλην, αλλοίμονο τι λέγω,
τι ματαίως σε συγχίζω,
αφού πλέον το γνωρίζω,
ότι άλλον προτιμάς ! »

Δ Ι Σ Τ Ι Χ Α
1) Εντός μου πρώτον έθαλεν ο ιδικός σου έρως,
καθώς τα άνθη τα τερπνά πρωτοκοσμούν το θέρος.

2) Τον έρωτ' απεφάσισα να μην αναγνωρίσω
να κλείσω την καρδίαν μου και να την θωρακίσω.

3) Ολέθριον και μισητόν του φθόνου το σκωλήκι,
τιτρώσκει τον φθονούμενον και τον φθονούντα τήκει.

4) Δεν είμαι ως σε φαίνομαι και μη με περιφρόνη
ας μη σ' ελκύη η μορφή, αλλ' η καρδία μόνη.

5) Αν ημπορής φρονίμευσε και όταν φρονιμεύσης,
δεν θα σοι είν' αδύνατον φιλίαν να μ' εμπνεύσης.

6) Αν μεταβάλης φρόνημα και μεταβάλης τρόπον,
ίσως και την υπόληψιν ν' αλλάξης των ανθρώπων.

7) Σε είδα και Παράδεισος μ' εφάνη πως ηνοίχθη
και άγγελος ουράνιος εμπρός μου πως εδείχθη.

8) Την κλίσιν που αισθάνομαι προς σε ιδέ και κρίνε,
αν της τοιαύτης κλίσεως μακράν ο Έρως είναι.

9) Δεν με θαμβώνουν η μορφή και η ενδυμασία,
πλην με μαγεύει η πιστή και ευγενής καρδία.

10) Την πίστιν την καρδίας μου ακόμη δοκιμάζεις,
αφού την κατεδούλωσες και την εξουσιάζεις ;

11) Ό,τι ποθείς διάταττε και αψηφώ κινδύνους
και εις πελάγη ρίπτομαι και εις φλογών καμίνους.

12) Εις θλίψεις μην αφήνεσαι και εις απελπισίαν,
όλα θα γίνουν κατ' ευχήν και κατ' επιθυμίαν.

13) Ματαίως των θελγήτρων σου κενώνεις την φαρέτραν,
δεν θέλγεις την καρδίαν μου και θα την εύρης πέτραν.

14) Της χάριτος ανώτερος βαθμός δεν είναι άλλος,
παρ' όταν η αφέλεια επικοσμεί το κάλλος.

15) Αλύσσου κρίκος σιδηρούς σε δένει και σε θλίβει,
υπομονή κι' επιμονή τον σίδηρον συντρίβει.

16) Μικρόν πως είχα ήλπιζα εις την ψυχήν σου τόπον,
συ δ' αγνοείς κι' εις την σειράν αν είμαι των ανθρώπων.

17) Εγνώρισες το σφάλμα σου αν δεν το αποπλύνης,
ειδέ του κόσμου όνειδος και παίγνιον μη γίνης.

18) Παρά του κόσμου τ' αγαθά ποθώ τον ερωτά σου
και μόνος εις την έρημον να κάθημαι κοντά σου.

19) Αν εμισήσο σφάλμα σου και όχι άλλου ήτον,
οποίαι είν' αι πράξεις μας τοιούτοι κι' οι καρποί των.

20) Ω άφες την ειρήνην μου και μη την συνταράττης,
δεν είναι η καρδία μου δια να την σπαράττης.

21) Όταν τα άστρα του ουρανού με έκπληξιν θαυμάζω,
τα φλογερά σου όμματα νομίζω πως κοιτάζω.

Monday, July 9, 2007


Ένα σονέτο σταλμένο από τον Μήτσο Παπανικολάου

στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη το 1928.

Το ψάρεψα από τγο περιοδικό Γράμματα


SONNET
Fontaines du Desir

une jeunesse nue

le charm de courir

toujours vers l' inconnu,


des roses effeuillees

sur le chemin d' amour

et des amours mouilles

dans nos larmes - toujours.


Des voyageurs traques,

Napoleon, nous sommes;

oh, nous ne sommes que-


tout sumplement - des hommes

dont le supreme effort

c' est l' amour ou la mort



Και η απάντηση του Λαπαθιώτη


RESPONSE A MITSO PAPANICOLAOU


J ai lu tes vers, Mitso - melancoliquement,

vers le soir, au rebord assis de ma fenetre:

ils ont su doucement faire vibrer mon etre:

toi seul, ami, tu saiw et combien et comment!


Traques et detraques (trop muris pour la douche!)

nous sommes bien de ceux qui, cribles de desirs

ont deja le plaisir, a chercher le plaisir,

- et ne l' ont plus du tout, aussitot qu ils y touchent...

Sunday, July 8, 2007

ΟΔΟΣ ΝΙΚΗΤΑ ΡΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΤΗΣΙΩΝ ΓΩΝΙΑ


ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ (Λωζάνη 1907 - Νέα Υόρκη 1988)


Πρώτοι μας δυνάστες Βιτελοβλάχοι

Κόθωνας με Αμυαλία. Μετά

ξέρασεν ο Βόλγας την Αφροδίτη Βρωμάροβνα

που τόκισε τους Γλυκοβούργους με χυλόπιτες

και τους Ρωμιούς με αναθέματα.

Του πετεινού ο γιος αντίς από την Πόλη

πήρε την Ασοφία.


Ένας του γιος ασπάστηκε τη Μαϊμού.

Κι ο άλλος εγκαινίασε μεταξωτό πολιτισμό.

Η Χέσσα μηχανεύτηκε ανάπαυλα πράματα

κι ο Κοπρώνυμος Β΄ Άνω Μωρία.


Πάνε τώρα οι Γλυκοβούργοι

αλλού να φάνε την κοπενχάη τους

στο Τυχεράν της Ιρανίας ίσως.

Εδώ ποταποί παττακοί ηρακλείδες

του στόματος ψιττακίζουν

έρχεται, ερχέζεται ο Βάσος Υλικός.

Ελλάς εργατών και αγροτών, Ελλάς ποιητών

φοβού τους Δαναούς. Προσοχή

Ήτταν ή Επί Τανκς.
Ηεικονιζομένη ονομάζεται Εβίτα Κοτσανόφσκα

Friday, July 6, 2007

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΑΚΗΝΟΣ ΚΕΡΚΥΡΑ 1914-1984


ΚΑΙ ΔΙΟΤΙ ΚΙ ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ


Αν αποφάσιζ’ έλεγε, να γράψει Ελληνικά,
μη χαμπερίζοντας τους ξενότροπους τροχονόμους,
αν μες στο λατονιέρικο, μες στα χαλκεία και την ξενούρα,
μες στις χειρονομίες, στο παραμιλητό, στις ιδρωμένες παραισθήσεις,
μες στους μικρομεγάλους και στους κλεψοφάηδες,
δοκίμαζε να εκθέσει σαν πραμάτεια τα γραφτά του,
οι ντόπιοι λωτοφάγοι θα γκρινιάζαν ελληνόξενα.
Διότι
όταν η μπλόφα εδώ σκαρώνεται αρετή,
όταν οι Έλιοτ, οι Δαρέλ, οι Μουρ, Λαφόργκ κ’ οι άλλοι…
πλασάρονται σα βιταμίνες σε ραχιτικούς,
ο αναγνώστης αγγαρεύεται να πλέξει αράχνες σε σχοινί,
κ’ οι ντοπιαλήθειες κρύβονται σαν τοπική ντροπή,
επόμεν’ είναι οι στραβισμοί κ’ οι εθνικοκερατίτες, είπε.
Δια ταύτα
ακούσαντες, ιδόντες, έχοντες, δικάζετε.

Sunday, June 24, 2007

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΠΩς ΝΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΗΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ ΒΕΡΟΝΙΚΑ ΖΕΜΑΝΟΒΑ




ΠΡΟΦΑΣΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ
[III]
Απόψε, που έρμη νιώθω την καρδιά,
στον κήπο μου έχω πάει να σε συντύχω.
Έχω αφανίσει τη ζωή, για να 'ρθεις
σε μύρο ανθιών ή σε αρμονίας ήχο.


Των ταφλανιών τα φύλλα εμούσκεψε
μια μνημοσυνική ψιχάλα.
Σιμοτινό τα φέρνει αποχαιρέτισμα
ο σπαραγμός που εκρέμασεν η στάλα.


Γυρίζω εδώ που τόσο σε ονειρεύτηκα
να βρω κάτι δικό σου.
Σωριάζει θλίψη κάθε φούντωμα.
Ως ίσκιος στ' όνειρό μου απλώσου.


Τα μάτια σου απ' το όνειρα βαρίσκιωτα
μες στην ψυχή μου κλαίνε. Λιώνω.
Το δειλινό, φεύγοντας με ίσκιους μακροτάξιδους,
πίνει του ξενιτέματος τον πόνο.


Για να χινοπωριάσω τα δεντρά
σκορπίζω την ψυχή μου για όνειρά των,
τώρα, βαρύπνοη που επίκρανε η ενθύμηση,
σα φάντασμα παλαιών ηλιογερμάτων.


[VI]
Όλο και βρέχει απαρηγόρητα.
Της ώρας το φευγιό τι θλίψη πόχει!
Του χινοπώρου το φιλέρημο στοιχειό
σκορπά τη μοναξιά σε κάθε κόχη.


Γιόμισ' η αυλή μου απουσία και χορτάριασε.
Θλίβουνται τα νερά με άμοιρες μνήμες.
Στους δρόμους σέρνεται η παράμερη ζωή,
που αράχνιαζε σ' έρημες ρίμες.


Τραβιέμαι στα όνειρά μου τ' απαράμοιαστα.
Κι εφταδιπλώνω την ψυχή μου στα όνειρά της:
στην αγκαλιά της μοναξιάς μου γέρνοντας,
μεθώντας με ίσκιους μιας ζωής φευγάτης.

Wednesday, June 13, 2007

ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΟΜΕΝΟΣ ΔΕΡΒΙΣΗΣ


Αφιερωμένο στον Γιώργο Κεντρωτή
για λόγους που ξέρει αυτός
Ησημερινή δερβίσισα λέγεται Αϊνέτ Στέφενς
είναι από τη Βενεζουέλα
κι όπου βρει βαζέλα
σκοράρει ως ο Ζουέλα


ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ


Αιχμάλωτος των ψυχανθών
χαμός χυμός με τρέφει
το θα θυμίζει παρελθόν
ο χρόνος επιστρέφει


Περιστρεφόμενε Δερβίση
μη στέκεις σε κλαδί χλωρό
τώρα μας έχουν εγκλωβίσει
σε κυκλικό ξερό χορό


Με αγκαλιές φαντάσματα
χόρεψα κι έχω ρέψει
Του νου μου τα κοιτάσματα
έχουνε πια στερέψει


Περιστρεφόμενε Δερβίση
άλλοτε εσύ άλλοτε εγώ
έχεις ανάψει κι έχω σβήσει
με βήμα γρήγορο κι αργό


Περιστρεφόμενε Δερβίση
ύπουλε χρόνε πονηρέ
ποιος απ τους δυο μας θα κερδίσει
μες του θανάτου το καρέ;

Tuesday, June 12, 2007

ΚΑΛΕΝΤΑΡΙ

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

ΜΑΡΤΙΟΣ


ΑΠΡΙΛΙΟΣ



ΜΑΙΟΣ




ΙΟΥΝΙΟΣ


ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΡΑΠΤΑΡΧΗΣ 1862


[ΕΓΚΩΜΙΑ ΕΙΣ ΕΝΑ ΕΚΑΣΤΟΝ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΜΗΝΩΝ]
Ι.
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ. - Yδροχόος.
Φ'ερω ζωήν και θάνατον χαράν καί δυστυχίαν,
η μοίρα μου το έδωκε κ' εγώ μοιράζω τώρα…
ευδαίμων ος τις παρ' εμού θα λαβει ευτυχίαν,
και δυστυχής ος τις δεχθεί τα άδωρά μου δώρα.
ΙΙ.
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ. - Ιχθύες.
Είμαι χωλός, πλην ως Συλφίς τον στρόβιλον χορευω,
ς μαθητής πίνω κρασί κ' εις όργια εκπνέω·
κ' ενώ με κράζετε χωλόν εγώ σας μασκαρεύω,
διότι Φεβρουάριος θα είπη Αποκρέω.
ΙΙΙ.
ΜΑΡΤΙΟΣ. - Κριός.
Άστατος είμαι, πλην παντού δεν είναι αστασία,
' ιδίως 'ς την Ελλαδα;
μήπως δεν είν' Μαρτιάτικη και η ελευθερία;
δεν έκαμε 'ς τους Έλληνας τον Μάρτιο πατινάδα;
Φευ! Αστασία κυβερνά τον κόσμον θλιβερή,
μόνη η άσχημος γυνή εμμένει σταθερή.
ΙV.
ΑΠΡΙΛΙΟΣ. - Ταυρος.
Ποτε δεν λέγουν ψεματα την πρώτην Απριλίου,
αργία και κατάλυσις του ψεύδους του γελοίου.
Την εορτάζουν υπουργοί και μια καστανομμάτα,
ποχει την πρώτην μου αυγή 'ς τα χείλη τα δροσάτα.
V.
ΜΑΪΟΣ. - Δίδυμοι.
Κόψατε πάλιν, ερασταί ευδαίμονες, ναρκίσσους
απ' του Μαίου τους φαιδρούς κ' ευόσμους παραδείσους,
και την παρθένον στέψατε ήτις εμπρός σας κλίνει
ευώδης ως τα ρόδα μου, ωχρά ωςς η Σελήνη!
VΙ.
ΙΟΥΝΙΟΣ. - Καρκίνος.
Φιλόξενος σας προσκαλεί εις τους αγρούς ελαία,
η πόλις ανυπόφορος η εξοχή ωραία.
Την κόνιν και τον καύσωνα των πόλεων αφήτε,
τα δροσερά φιλήματα της αύρας να δεχθείτε·
κ' ενώ ο τέττιξ φλύαρος ως δικηγόρος ψάλλει,
τρυφάτε εις της εξοχής αφρόντιδες τα κάλλη.
Έγραψα μόνο τους πρώτους εξι μήνες...
δεν προλάβαινα τους υπόλοιπους
Η Sara Tommasi ποζάρει στο ημερολόγιο του Max 2007

Sunday, June 10, 2007

ΑΛΚΟΟΛ ΤΕΣΤ

ΗΛΙΑΣ ΤΑΝΤΑΛΙΔΗΣ

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Άκουσε! Που φεύγεις;… μένε,
Λογιώτατε καϋμένε!
Έως πότε 'ς τα σχολεία
Θάπτεσαι με τα βιβλία;
'Αφησε τους φιλοσόφους
Τους κενούς και πολυστρόφους,
Κ' εις του οίνου την βαθείαν
Πρόσδραμε Φιλοσοφίαν.
Ο χτικιάρης Δάσκαλός σου
Θα ταράξη το μυαλό σου,
Και με το περί γραμμάτου
Θα 'ς τα φέρει άνου κάτου.
Το κρασ' ειν' απου σοφίζει,
Το κρασ' ειν' απου φωτίζει,
Το κρασάκ' είναι συντόμως
της ζωής κανών και νόμος.'
Σ' ένα μου κρασιου ποτήρι
Ο νοΥς πλέει τοΥ Καΐρη,
Και διδάσκει το παλιό μου
Ευγλωττίαν Οικονόμου˙
Θέλεις τ' άστρα να μετρήσεις
Και να μάθεις τ' είν' η Φύσις;
Έχε γιά! 'πε 'ς το σχολείον,
Κ' έλα 'ς το κρασοπωλείον.
Έμπνευσιν ο νους σου θέλει;
Ας κοπιάσει 'ς το βαρέλι.
Θέλεις πνεύμα; θέλεις γνώσι;
Το κρασί θα σε τα δώσει.
Εις του γέρου Καμηνάρη
Το ακένωτο πιθάρι
Οποιος χώσει το κεφάλι,
Φωτισμένο θα το βγάλει.
Να αληθινή παιδεία!
Να σωστή Φιλοσοφία!
Λήρος όλ' αι άλλ' εκείναι!
Να πηγή Σοφίας! -Πίνε!!

Friday, June 8, 2007

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΥΡΩΝΑ (ΟΧΙ ΠΟΛΥΔΩΡΑ)


LORD BYRON
There Was A Time, I Need Not Name


There was a time, I need not name,

Since it will ne'er forgotten be,

When all our feelings were the same

As still my soul hath been to thee.


And from that hour when first thy tongue

Confess'd a love which equall'd mine,

Though many a grief my heart hath wrung,

Unknown, and thus unfelt, by thine,


None, none hath sunk so deep as this---

To think how all that love hath flown;

Transient as every faithless kiss,

But transient in thy breast alone.


And yet my heart some solace knew,

When late I heard thy lips declare,

In accents once imagined true,

Remembrance of the days that were.


Yes! my adored, yet most unkind!

Though thou wilt never love again,

To me 'tis doubly sweet to find

Remembrance of that love remain.


Yes! 'tis a glorious thought to me,

Nor longer shall my soul repine,

Whate'er thou art or e'er shalt be,

Thou hast been dearly, solely mine.
Γκεστ σταρ η εικονιζομένη Γιουλίβα Μάγιαρτσουκ


Tuesday, May 29, 2007

Μ PΟST






ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΩΜΑΙΟ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ




Ρωμαίος:


Στην μακρινή την Μάντουα με στέλνουν εξορία


να ζω ωσάν κατάδικος με άγρια θηρία.


Σκορπιοί και φίδια, ύαιναι κυκλοφορούν στα δάση


εκεί που με σκληρότητα μ' έχουν καταδικάσει


κι αν μάθης πως με δάγκωσαν ένα ζευγάρι ύαιναι


εσύ να είσαι υγιής και προπαντώς υγίαινε.


Ιουλιέτα:


Εγώ πιστή θα 'μαι σ' εσέ, ενόρκως σου δηλώνω


δεν συνηθίζω εύκολα με άνδρες να ξαπλώνω.


Δεν μοιάζω την Νταιάνα εγώ του Πρίγκηπος Καρόλου


που φεύγει απ' τ' ανάκτορα χωρίς ντροπή καθόλου


κι αδιαφορών δια πεθερά και πεθερό Μονάρχη


πηγαίνει και κυλίεται με κάποιον Ταγματάρχη,


κι αφού βγάζη τα μάτια της, στ' ανάκτορο γυρνάει


την ώραν που στο Μπάκιγχαμ σερβίρεται το τσάι.


Ρωμαίος:


Δεν φταίει αυτή. Φταίν' οι φρουροί με τα ψηλά καπέλα


που δεν της λεν': Που πας μωρή, αδιάντροπη κοπέλα,


που ο νους σου είναι εις το σεξ και χάμω να ξαπλώνης


και ξεύρεις μόνον υψηλά τα πόδια να σηκώνης.


Δεν σκέφτεσαι τα έξοδα κι ότι τα ραντεβού σου


βγαίνουν απ' το υστέρημα του δύστυχου λαού σου


κι ότι κάθε μια σταγών που εσύ καταναλώνεις


πληρώνει εργαζόμενος όταν εσύ ξαπλώνεις. . . .


Ρωμαίος


(στο β΄ μέρος, γέρος πια)


Τα δυό μου μάτια δυστυχώς με καταρράκτη πάσχουν


γι' αυτό και πληροφόρησιν καλήν δεν θα παράσχουν


επίσης έχω πλην αυτών και μια πρεσβυωπία


και δεν διακρίνω μακρινά και κοντινά τοπία






Η ΡΟΜΒΙΑ




Η ρομβία αφιχθέντος και σταθέντος στη γωνιά


μελωδίας μας παράγει ευφρανθείς η γειτονιά


βγαίνει πρώτον ο μπακάλης και μετά ο γαλατάς


πλην αργείς εξερχομένη και πολύ το μελετάς




Χαίρε λυπηρά ρομβία,


δυστυχής είμαι φευγών


και αναχωρών ενβ ία


τη νεάνις μην ιδών.




Την επαύριον ημέραν στην γωνίαν μου σταθείς


καταπλεύσας η ρομβία ήτο πάλιν αφιχθείς


αηδόνες είναι ψάλλων, παραδείσια πουλιά


πτερουγίζουν καρδερίνε στα ξανθά της τα μαλιά




Χαίρε εύθυμος ρομβία


η νεάνις κατελθών


δήθεν πήγε διά κομβία


και εθεάθη εξελθών


ΧΑΡΑΜΑΤΑ
('Ενας Μποστ αλιώτικος, σε μουσική
Γ. Μαρκόπουλου με τον Γ. Πουλόπουλο)




Πέρα απ'τα βουνά, υπάρχει ένας λαός


Χαράματα - χαράματα, σε γνώρισα


κι ήρθαν και με ρώτησαν


ποιοςθα μας κρατήσει συντροφιά




Πέρα απ' την σιωπή, υπάρχει μια φωνή


μεσανυχτα - μεσάνυχτα σ' αρνήθηκα


κι ήρθαν και με φώναξαν


ποιος θα μας ανάψει την φωτιά
Μαζί με τον κ. Μέντη η Αλεσάντρα Αμπρόζιο

Monday, May 28, 2007

Дора Петрова Габе (Ντόρα Γκάμπε, Βουλγαρία) 1886-1983


НОЩ
О, нощ, която всичко ми отне

и в себе си погълна тъй безследно,

кажи сега и словото последно,

щом маската от погледа ми сне!


Умряха в тебе толкова души,

затвориха се толкова зеници,

захвърлени самотници в тъмници

изсмука твоя мрак и присуши!


А жадно гледат топлите ти взори -

очите твои - разтопена плът,

потъна в тях светът и се затвори.


И само птичка върху твойта гръд,

отметнала главица, пее, пее,

а ти мълчиш, заслушана във нея...


1922



Η ΝΥΧΤΑ


Ω νύχτα που το είναι μου αφαίρεσες

και μ' εξαφάνισες στου σκοταδιού τις τρύπες

τα τελευταλι αλόγια σου μου είπες

τη μάσκα του προσώπου μου αφαίρεσες


Στα βρόγχια σου πόσες ψυχές τις έρρεψες

και πόσες των ματιών σφαλίσαν κόρες

στου Άδη τα κελλιά - ω μαύρες ώρες-

τον κόσμο έχεις ρουφήξει και τον έρρεψες


Διψάω για το βλέμμα σου που βράζει

τη σάρεκα των ματιών σου όταν λιώνει

κι όλο το σύμπαν μέσα σου βουλιάζει


και μόνο ένα πουλάκι ένα τσόνι

στον κόρφο σου τραγούδι αρχινάει

κι εσύ σωπαίνεις και το ακούς στα χάη


Μετ: Αντώνης Παπαϊωάννου
Η κυρία της φωτό είναι η Tzanka Vacheva μοντέλο από τη Σόφια

Sunday, May 27, 2007

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ


Ενας άνθρωπος στην Πάτμο του


Είμαι η κορυφή ενός ουτοπικού βουνού

που λάμπει ασφαλώς,

ψυχή που πήρε σάρκα

και χειρονομεί γύρω απ' την ανάσα.

Είμαι φαλλός σε ηλεκτρικά όνειρα

με ποντίκια που τρώνε τα δάχτυλά μου.

Eνας άνθρωπος μόνος

που τσαλακώνει το μυαλό του

για να σταματήσει τον πόνο.

ο κόσμος είναι παρωχημένος και κουρασμένος.

Βρίσκω λίγο σκοτάδι όπου μπορώ

σκυμμένος να κλάψω καιγράφω μονάχα για λίγους.

Saturday, May 26, 2007

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ EVA LONGORIA





ΕΞΑΡΣΗ


Kρατιέμαι από γενιά δρακόντεια,

που από μια χώρα κίνησε υπερπόντια

κι έχω ακατάλυτα: νύχια, μαλλιά και δόντια.


H όψη μου φαντάζει λεονταρίσια,

τ' αδρό κορμί μου συνερίζεται τα κυπαρίσσια,

κι αλύγιστος, τραβώ το δρόμο ίσια.


Kαι των θεών ο αγαπημένος σάμπως

που είμαι, θα σβήσω μες σε θάμπος

από άρωμα κι από αρμονία κι από λάμπος.


μια σάλα που θα μεθάν οι πολυελαίοι

και τα όνειρά μου η μουσική θα λέει,

κάποια βραδιά θε να βρεθούμε, ωραίοι.


M' ένα ζευγάρι στα μαλλιά σου ρόδα,

θε να χορεύεις λύγερη κι αλαφροπόδα.

Θα πέσει το 'να σου άνθος (κι όπως σε ύπνο το 'δα,


πόθρεφα τα όνειρά μου σαν τον πελεκάνο)

για να το πάρω θε να σκύψω

μοσκοβόλημα ενός ρόδου, να πεθάνω.




ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΜΟΙΡΩΝ

H A΄ MOIPA

Xιτώνα εχάρηκα να υφάνω από λινάρι,

χρυσό τον Ήλιο μου ιστορώντας καβαλάρη.

Στην άλλη του όψη η Πούλια κρούει τον Aπρίλη,

παν τ' αρνιά σε αμαλαγιές να φαν τριφύλλι.


H B΄ MOIPA

Mια μέρα την Kερή Σελήνη αν έταξα

να υφάνω της τα νυφικά με λινομέταξα,

ήρθε ο καιρός που αράχνινα θα τα 'φανα,

ζώδια ξομπλιάζοντας σε υφάδια διάφανα.


H A΄ MOIPA

Mες στο μανδύα του χρυσούς αετούς ύφανα.


H B΄ MOIPA

K' εγώ παγώνια μες στη σκεπή της περήφανα.


H A΄ MOIPA

Tώρα το φιλντισένιο σου αργαλειό παράτα,

του Ήλιου να τραγουδήσουμε τα νιάτα·

κι ας ψιχαλίζει ένας καημός μες στα λαγούτα:

"Ψηλά κλωνιά βεργολυγούν με αφράτα φρούτα".


Mπαίνει η Γ΄ MοίραH B΄ MOIPAΩ

την ωκνή αδελφούλα μας. Έλαχε να κεντήσει

κ' οι αχοί την κρατούν άνεργη πλάι στην αργόβοη βρύση,

κάτου απ' τα πλάτανα. (Ίσκινη κι αριά πλέχναν νταντέλα.)

K' η ανάβρα περιπαίζοντας τη μάταιη τέχνη εγέλα.


H Γ΄ MOIPA

Tάχα τα υφαίνατε κ' εσείς όλο; Σιμά στην κρήνα

πυκνά πουρπούλιαζαν οι αχοί, κοπαδιστές πιθύμιες,

σε δάκτυλα λαλούμενα. Ποια μουσική τα εκίνα

κι ανάβρες συνορίζουνταν;


H B΄ MOIPAE

κόρφιαζαν ασήμιεςκι ορμώντας απ' το μάρμαρο παράμοιαζαν τα κρίνα.


H A΄ MOIPA

Mα τόσην ώρα τι έκανες;


H Γ΄ MOIPAEίναι κάπου ένα περβόλι

ξωτικό. Kάθε μου σκόλη

το περιδιαβάζω μόνη

κ' η ψυχή μου το αναγνώνει

σα βιβλίο. K' έλυνα

πλάι σε νεροσέλινα

τη ζωστρή, να γυμνωθώ,

σαν τον προφαντόν ανθό.

Tρέμω, νιώθω νέο παλμό.

Nα βουτήξω δεν τολμώ

κι ως βουτώ στα κρύα νερά,

νιώθω αφάνταχτη χαρά.

Tα μαλλιά σαν τα 'λουσα,

λύγερη ανεβάλλουσα,

πήδησα γυμνή κι αθώα,

μες σε αγνά χόρτα και ζώα.

Tων δέντρων η αδερφοσύνη,

το κορμί μου ολόρθο στήνει.

Θάμα! Δέντρο, περπατούσα,

με την κόμη αναθροούσα.

Πάγω αμέσως και κοιτώ

σε καθρέφτη σμαγδωτό,

μια Nεράιδα που κρατεί,

μαρμαροπελεκητή.

Xτένια νεραϊδίστικα

πήρα και χτενίστηκα

κι ανθολόγουν, σα μανόλια,

σε φανταχτερά περβόλια.

Nερά φλοισβούν τρεξιμιά

στη γλυκόπιοτη ερημιά.

Tον παλιό τους πόνο λέω

μ' έναν τρόπο απλό και νέο.

Kι ως τη σκιά μου, ανέμελα,

βάλτα ουρανοθέμελα

πλάνευαν, γιγάντισσα

τηνε συναπάντησα.

Tο 'χα τάξει: να μη φύγω

απ' τον κήπο δίχως τρύγο

κι από μια κορφήν αρπώ,

ώριμο, άφταχτο καρπό.

Tώρα με το μήλο παίζω

το χρυσό και το κρεμέζο.

K' έχει στο παιχνίδι μου όλη

τη δροσιά του, το περβόλι.


H B΄ MOIPA

Έλα να πιάσεις τη δουλειά·

κι άφησε τα παιχνίδια πλια.


H A΄ MOIPA

Mε αϊτού φτερά πετάω, χαράματα,

τον Ήλιο για να δω κατάματα.


OI TPEIΣ MAZI

Tα 'δα εγώ στο μέγα δρυ,

άνθρωπος δεν τα 'χει ιδεί.


H A΄ MOIPA

Tου Ήλιου το κυκλογύρισμα

θάμπος, τραγούδι, μοσχομύρισμα.

Mόνο γι' αυτόν γνέμα δεν πήρα,


B΄ και Γ΄ MOIPA μαζί

Ξεφεύγει ο Ήλιος απ' τη Mοίρα.


H A΄ MOIPA


Aυτός έχει τον κόσμο υφάνει:

Kι εφάνη του ως ονείρου πλάνη.

Kι ύστερα το έργο του εστοχάστη:


H B΄ MOIPA


K' η πλάση γνώρισε τον Πλάστη.


B΄ και Γ΄ MOIPA

Ήλιε μου, η κόρη σου Oμορφιά

σε λόγο, σε ήχο, ή ζωγραφιά.

Φαντάζει, νείρεται και ηχεί,

μες στην απάρθενη ψυχή.


H Γ΄ MOIPA

Mες στην ψυχή μας χύνει απ' τ' άστρα

ρυθμό. Nιώθουμε θέρμη πλάστρα

κι ανάβει τραγουδίστρα μέθη.


H A΄ MOIPA

Aυτός των Θεών το κλώσμα γνέθει.


H Γ΄ MOIPA

K' εγώ, στο ξύπνημα του κόσμου,

πρώτη φορά βρήκα το φως μου.

Xρυσή τουλούπα του Ήλιου πήρα,

να κλώσω του άνθρωπου τη μοίρα.


H A΄ MOIPA στη Γ΄

Bάλε στη ρόκα το σκαμάγγι

και γνέθε το που θέλει η Aνάγκη.


H A΄ MOIPA στη B΄

Bάλε δαφνόξυλο στη ζώστρα

και φούντωσε τη σκούλα, Kλώστρα.


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


ΑΙΩΝΑΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία

έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο εμπόριο

κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,

μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους

λαχειοπώλεςδιαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις

τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία

δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,ισολογισμοί,

εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές χρεώγραφα

κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;

«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν

ποτέ απεργία μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές

περηφάνειεςγνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νειότη σου,

βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα μαζέψουν

νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,

δολλάρια ασημένια

η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται

πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν μεθαύριο

σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,

κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο

θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω

απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας

μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,

τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,

είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση, ο Pοκφέλλερ άρχισε

πουλώντας καρφίτσες.

Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο προστατευτικό σπίτι

με τις πέτρες που μου ρίξατεσ' όλη τη ζωή μου.

Wednesday, May 23, 2007

LUCIANO ERBA ΕΝΑΣ ΜΙΛΑΝΕΖΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΣΟΦΙΑ προς τιμή του Πίπο Ιντσάγκι




Il circo

Un circo è un circo, anche un piccolo circo.
Il mio paese sembrava più leggero
la sera, quando issata l'alta cupola
le bandiere si alzavano nel cielo,

quando un drin drin di giochi e carabattole
faceva più spediti il cuore e i passi
i colori apparivano più veri
nell'aria nuova, era marzo, era la sera,

soprattutto l'azzurro, la lontana
linea dei monti, il fumo dei camini
e la notte al di là del campanile
che attendeva la fune del funambolo.

Partiva il circo la mattina presto
Furtivo, con trepestìo di pecorelle,
io poichè, fatti miei, stavo già desto
vedevo svanire il circo e poi le stel




Variar del verde

Quel campanile osservato dal treno
che fa una esse tra sambuchi e robinie
non è forse il miglior osservatorio
su altri verdi, di foreste ercinie?

Ecco un tipo di foglie che guadagna
se questo verde di alberi da frutta
so vedi contro un cielo minaccioso
di un temporale colore di lavagna.

Vi è poi un verde selvatico di forre
a mezza costa, sotto i santuari,
che scurisce nel colmo dellíestate:

il sole è alto, l'ombra fa miracoli,
serpeggia il verde da Fatima al Carmelo,
salgo in mezzo ai roveti, guardo il cielo